δελεάστρα

δελε-άστρα, ,
A baited trap or noose, Cratin.216.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • δελεάστρα — δελεάστρα, η (Α) [δελεάζω] παγίδα με δόλωμα …   Dictionary of Greek

  • δελέαστρα — δελέαστρον neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δελεάστραι — δελεάστρᾱͅ , δελεάστρα baited trap fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δελεάστραν — δελεάστρᾱν , δελεάστρα baited trap fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δελέαστρον — δελέαστρον, το (Α) [δελεάζω] η δελεάστρα …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.